Εκδοχή 3η
Έσερνε τα πόδια του με τη βία. Κάτι τον
έδιωχνε από κείνο το σημείο, από κείνο το σπίτι που δεν το' χε ξαναδεί μα τον
πλάκωναν τα ντουβάρια του σαν ταφόπλακες. Ρώτησε για να το βρει. Είχε μπαρκάρει
στο χωριό πριν ένα μήνα μετά από μεγάλο ταξίδι που είχε κάνει μέσα σ' ένα πλοίο
ξενικό. Το σπίτι στο χωριό το είχε πουλήσει πριν χρόνια και όλο έκανε ταξίδια.
Εργάτης έμπαινε στα πλοία. Οι γονείς της του είχαν πει πως τους έστελνε
γράμματα που και που αλλά είχαν χρόνια να τη δουν. Είχε πιάσει δουλειά σε κάτι
χωράφια, λέει, κι ύστερα σε ένα εργοστάσιο, ποιός ξέρει, κι αυτοί δεν ξέραν
ακριβώς να του πουν. Το εγγόνι τους δεν το είχαν δει καλά καλά να μεγαλώνει,
σχεδόν μόλις γέννησε έφυγε από το χωριό.
Η ξύλινη πόρτα ήταν κλειστή σαν να του έλεγε
"φύγε, τι θες εδώ; Δεν είσαι καλοδεχούμενος, όπως έφυγες να
φύγεις..." και κάτι τον έτσουζε βαθιά μα δεν μπορούσε να το προσδιορίσει,
κάτι πολύ κοφτερό τον έσκιζε και κάτι πολύ ενοχικό τον πίκραινε.
Τη
χτύπησε τελικά την πόρτα, αφού πρώτα πήρε μια ανάσα βαθειά... Άκουσε μια φωνή
γυναικεία και μια πιο... πιο λεπτεπίλεπτη. Ένα μικρό κοριτσάκι με μια πλεξούδα
κοντή άνοιξε διστακτικά την πόρτα και τον κοίταξε από το άνοιγμα από την κορφή
ως τα νύχια.
- Καλημέρα! Είπε χαριτωμένα.
Την κοίταξε έκπληκτος, σχεδόν χλωμός και
έκανε να μιλήσει μα είχε καταπιεί τη γλώσσα του.
- Είναι η Ρήνη εδώ; κατάφερε τελικά να
αρθρώσει με δυσκολία.
- Ε... Η μαμά μου κάνει δουλειά τώρα. Θα
τη φωνάξω...
- Πώς σε λένε; Σαστισμένος αλλά γεμάτος
περιέργεια πρόλαβε να ρωτήσει τη μικρή.
- Χρύσα.
- Και πόσο χρονών είσαι;
- Εννιά και κάτι!
Σάστισε
ακόμα περισσότερο. Του ήρθε κόλπος για την ακρίβεια. Μια σκέψη πέρασε από το
νου του, αυτό που φοβόταν, αλλά όχι όχι... Δεν θα ήταν δυνατό. Αρνούνταν το
προφανές. Το κορίτσι έφυγε και μέτα από λίγο εμφανίστηκε στην πόρτα εκείνη...
Με τα μαλλιά πιασμένα κότσο, κρατώντας στα χέρια την ποδιά της και χαμόγελο δεν
φορούσε... Κούραση στα μάτια, ταλαιπωρημένα χέρια, ως εκεί έβλεπε. Μόλις τον
είδε τα ίδια και χειρότερα έπαθε κι αυτή. Και ευτυχώς που πρόλαβε και έστειλε
τη μικρή μέσα γιατί ακόμα κι ένα παιδί θα καταλάβαινε πως κάτι έτρεχε, από την
αντίδρασή της.
Μίλησε πρώτος
- Καλημέρα. Τι κάνεις...; Δυσκολεύτηκα να
σε βρω... Πώς είσαι; Δεν άλλαξες σχεδόν καθόλου...
Έμενε
σιωπηλή να τον κοιτάζει λες κι είχε κατέβει κανένας νεκρός προγονός της από τα
ουράνια και είχε έρθει στην πόρτα της να την καλημερίσει. Τελικά αναγκάστηκε κι
εκείνη να συνέλθει: Την κοιτούσε στα μάτια μ' αυτό το βλέμμα της ελπίδας και
του φόβου, όπως όταν περιμένεις ν' ακούσεις ένα νέο από το γιατρό και η ματιά
σου του λέει " Έλα γιατρέ μου, προσπάθησε να ναι καλά τα νέα σου...".
Μ' αυτό το βλέμμα την κοιτούσε, κι αυτά τα μάτια που μιλούσαν και λέγαν
"Έκανα εγώ το πρώτο βήμα, προσπάθησε κι εσύ λίγο, σε ικετεύω, μην με
ξαποστείλεις ακόμα δεν ήρθα...". Υποχώρησε. Του άνοιξε την πόρτα να
περάσει μέσα. Τον κάθησε σε μια ξύλινη καρέκλα στην μικρή της κουζίνα, με τους
τοίχους ποτισμένους μυρωδιές ανακατεμένες και το παράθυρο που έβλεπε στην
ανατολή και φώτιζε ευτυχώς το δωμάτιο
- άλλο σκοτάδι δεν θα άντεχε-. Του έψησε ένα καφέ -βαρύ και πικρό τον
ζήτησε-, κι έκατσε στην άλλη καρέκλα.
- Λοιπόν; Πώς τα πας; Ήταν εκείνη τώρα
που ρωτούσε
- Καλά. Καλύτερα από την τελευταία φορά
που με είδες... , γέλασε συγκαταβατικά
- Πώς από δω; Πώς μας βρήκες;
-Ρώτησα τους δικούς σου όταν μπάρκαρα στο
χωριό ξανά και όταν έφτασα εδώ ρώτησα τους γείτονες. Ρωτώντας πας στην πόλη...
Α... και τώρα που είπες "μας βρήκες"... εσένα λεεί μαμά εκείνο το
μικρό...; και αμέσως βιάτηκε να πιει μια
γουλιά καφέ να κρύψει την αμηχανία του, ενώ την κοιτούσε φευγαλαία και
ξαναέφερνε τη ματιά του μες στο φλιτζάνι.
- Ναι, είναι η κόρη μας... απάντησε
εκείνη ενώ κοιτούσε την ποδιά της και γυρόφερνε νευρικά τα δάχτυλά της.
Σιωπή.
- Δεν ξέρει τίποτα για σένα, συνέχισε.
Είναι μικρή, δεν μ' έχει ρωτήσει και πολλά ακόμα.
Και πάλι σιωπή.
- Τι θα της έλεγες; Ερώτηση αιχμηρή.
- Δεν έχω σκεφτεί. Και να της έλεγα την
αλήθεια είναι μικρή για να καταλάβει...
- Πώς τα έβγαλες πέρα μόνη όλα αυτά τα
χρόνια;
- Είμαι δουλεύτρα... πήγε να απαντήσει,
αλλά στη μέση της πρότασης τα αυλάκια γύρω από τα χείλη της ειχαν γεμίσει από
ένα δάκρυ αλμυρό και τα δικά του μάτια είχαν θαμπώσει από πολλά δάκρυα, πικρά,
δεν την έβλεπε. Πρώτο ακούστηκε το δικό του αναφιλητό. Και μετά ακολούθησε το
δικό της. Και την επόμενη στιγμή ήταν αγκαλιασμένοι και τα δάκρυά τους ήταν
ατέλειωτα, μα είχαν την ίδια γεύση. Βαριά τα δάκρυα του ενός, έπεφταν στα
μάγουλα του άλλου, και όλο να κλαίνε...
- Συγγνώμη Ρήνη μου, συγχώρεσέ με, ήμουνα
βλάκας, δεν μου άξιζε να μείνεις μαζί μου, δεν μου άξιζε , το ξέρω... και δώσ'
του τα αναφιλητά.
- Να ξερες πόσο πόνεσα όλα αυτά τα
χρόνια. Μια μάνα μόνη με ένα παιδί, που να πάω, κανέναν δεν ήξερα εδώ. Μα πιο
πολύ με έτρωγε το δικό σου μαράζι, που μου είχες ανοίξει μια τρύπα μεγάλη στην
καρδιά, κι όσο κι αν έλεγα στον εαυτό μου πως δεν σ' αγαπούσα τόσο πιο πολύ η
τρύπα μεγάλωνε Αντρέα, και θα έφτανα στο τέλος να μην έχω καρδιά για το παιδί
μου, παρά μόνο για το δικό σου καημό... Μα έμαθα Αντρέα, έμαθα να πατάω στα
πόδια μου και να 'χω καρδιά μόνο για το παιδί μου, για την κόρη μας, ό, τι μου
είχε απομείνει από τον όμορφο εαυτό σου...
Και τα κλάματα κόπασαν λίγο, ώσπου μπήκε
στην κουζίνα η Χρύσα σαστισμένη
- Μαμά γιατί κλαίς; Κύριε μην τη
στεναχωρείτε τη μαμά μου σας παρακαλώ γιατί μετά όλο κλαίει και δεν σταματάει
και στεναχωριέμαι κι εγώ και κλαίω κι εγώ μαζί της χωρίς λόγο...
Γέλασαν κι οι δυο τους ενώ σκούπιζαν τα
δάκρυά τους.
- Είναι δάκρυα χαράς αυτά Χρύσα, της
χαμογέλασε εκείνος, και της έκανε νόημα να έρθει κοντά. Μεγάλη η αγκαλιά όταν
στεγνώνουν τα δάκρυα...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου