6η εκδοχή
Ένα όμορφο
και ηλιόλουστο θερινό πρωινό, η Ρήνη φώναζε τον μικρό Αντρέα να βγει από τα
γαλανά νερά του Ιονίου. Τής άρεσε να τον πηγαίνει εκεί. Απολάμβανε το ελαφρύ
αεράκι που της χάιδευε τα μαλλιά και χαλάρωνε όταν παρατηρούσε το απέναντι
μικρό καταπράσινο νησάκι.
Εκείνη τη
μέρα έπρεπε να φύγει νωρίς όμως. Ο μικρός Αντρέας την αυριανή είχε τα γενέθλιά
του, θα έκλεινε μόλις τα δέκα του χρόνια κι έπρεπε να περάσει από την αγορά να
πάρει κάποια υλικά για το γλυκό που θα ετοίμαζε. Θα του έκανε μία μικρή γιορτούλα
με τους συγγενείς του άντρα της και κάποιους γείτονες.
Ο σύζυγος
της Ρήνης, ο Κωνσταντίνος, ήταν ένας πολύ όμορφος και μετρημένος κύριος. Είχε
σπουδάσει στη Γαλλία και αποφάσισε να μείνει στην Πάργα, όπου εκεί γεννήθηκε,
όταν είδε και ερωτεύτηκε τη Ρήνη. Ήταν πολύ τρυφερός μαζί της και τη σεβόταν.
Ήταν πολύ καλός πατέρας στον μικρό Αντρέα, σαν να ήταν το βιολογικό του παιδί,
και φρόντιζε για τη μορφωσή του. Έμαθε επίσης στη Ρήνη να διαβάζει και να
γράφει. Την αγαπούσε πολύ, δε ζήτησε από κανέναν προίκα κι ούτε τον ένοιαζε.
Εξάλλου καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και είχε πολλά χρήματα.
Πήγε,
λοιπόν, η Ρήνη στο μαγαζί του κυρ-Μιχάλη, ο οποίος πωλούσε μπαχαρικά. Ήθελε να
πάρει λίγη ζάχαρη. Εκεί ήταν άλλος ένας γκριζομάλλης κύριος, με ένα μαύρο
καπέλο, ψηλός, να συνεννοείται με τον μαγαζάτορα για την επόμενη παραγγελία.
« Θα τα πούμε το φθινόπωρο λοιπόν », είπε
« Ναι ναι, μην ξεχνάς, πενήντα κιλά από την καλή τη
ζάχαρη », είπε ο κυρ-Μιχάλης κι έδωσε κάποια χρήματα στον κύριο με το καπέλο.
Η Ρήνη περίμενε με τον μικρό Αντρέα, μέχρι να
τελειώσει τις δουλειές του ο μαγαζάτορας. Μόλις, λοιπόν, πάει να του
παραγγείλει τη ζάχαρη, ο άγνωστος κύριος – χωρίς να την είχε δει είπε: « Η
καλύτερη ζάχαρη παρακαλώ!! » και γύρισε να δει την κυρία. Μόλις την είδε έμεινε
ακίνητος και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Κι η Ρήνη, από τη μεριά της, όταν
αντιλήφθηκε πως ήξερε αυτόν τον άντρα σταμάτησε να μιλά.
«Ρήνη;»
«Αντρέα;», είπαν ταυτόχρονα
Ήταν μία στιγμή αμηχανίας, τόσο μεγάλης που η Ρήνη
έκανε σαν να μην το είχε δει, σαν να μην τον ήξερε και έφυγε. Προχωρούσε όσο
πιο γρήγορα μπορούσε, δεν ήθελε να την ακολουθήσει ο Αντρέας. Μα εκείνος την
πρόλαβε. Λαχανιασμένος την ρώτησε:
« Πως βρέθηκες εσύ εδώ;»
« Εδώ πλέον μένω, εδώ είναι το σπίτι μου», του
απάντησε η Ρήνη. Προσπαθούσε να μην τον κοιτάει στα μάτια. Γι’ αυτήν ο Αντρέας
είχε πια τελειώσει.
«Μαμά…», είπε τρομαγμένα ο μικρός και τραβούσε τη
Ρήνη από το φουστάνι της να φύγουνε.
« Αυτός είναι;», τη ρώτησε ο Αντρέας
« Ναι», του απάντησε
« Πως τον λένε; Πωπω πόσο όμορφος είναι και….»
«Αντρέα» είπε βιαστικά η Ρήνη για να τον
διακόψει.Δεν ήθελε να τον αφήσει να πει μπροστά στον μικρό ότι του μοιάζει.
Γιατί πράγματι ήταν ίδιοι. « Πρέπει να φύγω, θα με περιμένει ο άντρας μου»,
πρόσθεσε κι αποχώρησε.
« Στάσου…», της είπε ο Αντρέας, μα εκείνη συνέχισε
να προχωρά.
Στο δρόμο
για το σπίτι, δε μιλούσε. Απλώς σκεφτόταν. Εκατομμύρια σκέψεις και φόβοι
πλημμύριζαν το μυαλό της μετά τη συνάντησή της με τον Αντρέα. Φοβόταν μήπως ο
Αντρέας κάνει κακό στο γάμο της. Δεν ήθελε να μπει τίποτα εμπόδιο στην ευτυχία
της. Στο σπίτι έδειχνε φυσιολογική, καθόλου ανήσυχη, αν και μέσα της
βασανιζόταν. Ούτε ο άντρας της κατάλαβε τίποτα, παρόλου που ήξερε πολύ καλά την
Ρήνη.
Την
επόμενη μέρα, γεμάτοι χαρά, οι δύο γονείς ξυπνάνε τον μικρό Αντρέα. Του έκαναν
γιορτή και ήρθε κόσμος στο σπίτι. Η Ρήνη δε σκεφτόταν πλέον τον Αντρέα, πίστευε
πως θα έφευγε για άλλες παραγγελίες και ότι δεν θα τον ξαναέβλεπε. Μα έκανε
λάθος. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. Η Ρήνη, αν και δεν περίμενε κάποιον άλλον, πήγε
να την ανοίξει. Ήταν ο Αντρέας. Μόλις τον είδε, έκλεισε την πόρτα, μα ο Αντρέας
χτυπούσε όλο και πιο δυνατά. Η μουσική δεν μπορούσε να καλύψει τον ήχο αυτόν κι
έτσι για να μην προξενήσει τα βλέμματα, η Ρήνη βγήκε έξω να τον αντιμετωπίσει.
« Τι θες Αντρέα;», τον ρώτησε νευριασμένη.
« Θέλω να δω τον γιο μου!», της είπε.
« Τώρα τον σκέφτηκες τον γιο σου! Όταν η μάνα μου
δεν σου’δινε τα χρήματα, ούτε που σ’ ένοιαζε! Φύγε Αντρέα!», του είπε
αποφασιστικά η Ρήνη.
« Έχεις δίκιο Ρήνη…ό,τι κι αν πεις… Συγνώμη… έλα
μαζί μου! Άφησε τα όλα, πάρε το γιο μας κι έλα να ζήσουμε μαζί! Σκέψου την
αγάπη μας…»
«Μετά από τόσο καιρό έρχεσαι και μου ζητάς συγνώμη;
Μετά από αυτά που’καμες, θες και μιλάς για την αγάπη μας; Δεν υπάρχει τίποτα
Αντρέα ανάμεσά μας! Διάλεξες τα τάλαρα κι όχι εμένα. Δεν υπάρχει γιος μας. Ο
μικρός Αντρέας έχει πατέρα. Και μάλιστα τον καλύτερο! Ο Κωνσταντίνος είναι
άψογος, σε αντίθεση με σένα, νοιάστηκε από την πρώτη στιγμή. Τον αγαπώ και δε
θέλω να τον χάσω. Γι’ αυτό, φύγε Αντρέα! Αντίο!»
Ο Αντρέας πικραμένος, αποχώρησε λέγοντας «Ανάθεμα
τα τάλαρα!»
Έ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου